Χαλβάς
     Ο χαλβάς είναι ένα παραδοσιακό και πολύ δημοφιλές γλύκισμα το οποίο συναντάται σε διάφορες παραλλαγές σε όλες τις χώρες των Βαλκανίων, σε αρκετές στην Μεσόγειο, στην Ανατολική Ευρώπη,στη Μέση Ανατολή και αλλού. Μια ματιά στην αγγλική έκδοση της Wikipedia μας αποκαλύπτει ότι ο Χαλβάς είναι διαδεδομένος σε 30 τουλάχιστον χώρες, από την Ινδία μέχρι την Λατινική Αμερική.
     Η λέξη χαλβάς προέρχεται μάλλον από την αραβική ρίζα حلوى ή hulw (χαλβά) που σημαίνει γλυκό. Μάλιστα, στην Αραβία του 7ου αιώνα είχε διαφορετική μορφή, αφού ο χαλβάς ήταν ουσιαστικά μια πάστα από λιωμένους χουρμάδες και γάλα, ενώ τον 9ο αιώνα η περσική ζαχαροπλαστική τον μετέτρεψε σε γλύκισμα με καβουρντισμένο αλεύρι ή σιμιγδάλι, στο οποίο γινόταν και χρήση σιροπιού ή μελιού. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς ήρθε στην Ελλάδα, πιθανόν να εμφανίστηκε στην χώρα μας προς το τέλος του 12ου αιώνα, και από τότε παραμένει αγαπημένο γλύκισμα στις προτιμήσεις των Ελληνων και δεν λείπει από κανένα παραδοσιακό ελληνικό τραπέζι, ιδιαίτερα τις περιόδους της νηστείας.
     Με τον όρο χαλβά μπορούμε να περιγράψουμε πολλά διαφορετικά γλυκίσματα. Στην χώρα μας τον συναντάμε κυρίως στις παρακάτω μορφές:
     1. Σιμιγδαλένιος χαλβάς , που έχει μαλακιά και νωπή υφή, και τα βασικά του συστατικά είναι το χοντρό σιμιγδάλι, το σιρόπι από νερό και ζάχαρη και το ελαιόλαδο. Είναι γρήγορος και εύκολος στην κατασκευή και η πιο γνωστή μέθοδος παρασκευής ονομάζεται «ένα, δύο, τρία, τέσσερα» («1, 2, 3, 4») από τις αναλογίες των συστατικών (κατά όγκο) σύμφωνα με τη σειρά που χρησιμοποιούνται, δηλαδή:
• 1 μέρος βούτυρο • 2 μέρη σιμιγδάλι • 3 μέρη ζάχαρη και • 4 μέρη νερό
     2. Σουσαμένιος που παρασκευάζεται από ταχίνι (πολτό από σουσάμι) και είναι νηστίσιμος. Με καταγωγή από την Μικρά Ασία, είναι ο πιο διαδεδομένος από τους χαλβάδες και μπορούμε να τον βρούμε στα καταστήματα σε διάφορες γεύσεις όπως με βανίλια ή και μέλι, με αμύγδαλα, φουντούκια ή σταφίδες, με κακάο ή ανάμικτος ακόμα και με επικάλυψη σοκολάτας. Λόγω της πώλησής του από παντοπωλεία και καταστήματα τροφίμων γενικότερα, ονομάζεται και χαλβάς του μπακάλη.
     Η λέξη χαλβάς προέρχεται μάλλον από την αραβική ρίζα حلوى ή hulw (χαλβά) που σημαίνει γλυκό. Μάλιστα, στην Αραβία του 7ου αιώνα είχε διαφορετική μορφή, αφού ο χαλβάς ήταν ουσιαστικά μια πάστα από λιωμένους χουρμάδες και γάλα, ενώ τον 9ο αιώνα η περσική ζαχαροπλαστική τον μετέτρεψε σε γλύκισμα με καβουρντισμένο αλεύρι ή σιμιγδάλι, στο οποίο γινόταν και χρήση σιροπιού ή μελιού. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς ήρθε στην Ελλάδα, πιθανόν να εμφανίστηκε στην χώρα μας προς το τέλος του 12ου αιώνα, και από τότε παραμένει αγαπημένο γλύκισμα στις προτιμήσεις των Ελληνων και δεν λείπει από κανένα παραδοσιακό ελληνικό τραπέζι, ιδιαίτερα τις περιόδους της νηστείας.
     Με τον όρο χαλβά μπορούμε να περιγράψουμε πολλά διαφορετικά γλυκίσματα. Στην χώρα μας τον συναντάμε κυρίως στις παρακάτω μορφές:
     1. Σιμιγδαλένιος χαλβάς , που έχει μαλακιά και νωπή υφή, και τα βασικά του συστατικά είναι το χοντρό σιμιγδάλι, το σιρόπι από νερό και ζάχαρη και το ελαιόλαδο. Είναι γρήγορος και εύκολος στην κατασκευή και η πιο γνωστή μέθοδος παρασκευής ονομάζεται «ένα, δύο, τρία, τέσσερα» («1, 2, 3, 4») από τις αναλογίες των συστατικών (κατά όγκο) σύμφωνα με τη σειρά που χρησιμοποιούνται, δηλαδή:• 1 μέρος βούτυρο • 2 μέρη σιμιγδάλι • 3 μέρη ζάχαρη και • 4 μέρη νερό
     2. Σουσαμένιος που παρασκευάζεται από ταχίνι (πολτό από σουσάμι) και είναι νηστίσιμος. Με καταγωγή από την Μικρά Ασία, είναι ο πιο διαδεδομένος από τους χαλβάδες και μπορούμε να τον βρούμε στα καταστήματα σε διάφορες γεύσεις όπως με βανίλια ή και μέλι, με αμύγδαλα, φουντούκια ή σταφίδες, με κακάο ή ανάμικτος ακόμα και με επικάλυψη σοκολάτας. Λόγω της πώλησής του από παντοπωλεία και καταστήματα τροφίμων γενικότερα, ονομάζεται και χαλβάς του μπακάλη.
     3. Χαλβάς Φαρσάλων (ή σαπουνέ), που κατάγεται από τη Θεσσαλία (Φάρσαλα) και παρασκευάζεται κυρίως από νισεστέ, βούτυρο, νερό και ζάχαρη. Εναλλακτικά, κυρίως σε περιόδους νηστείας, χρησιμοποιείται ηλιέλαιο αντί για βούτυρο. Είναι πιο λιπαρός από τους άλλους και έχει πολύ μαλακιά υφή και τραγανιστή κρούστα. Στην κλασική συνταγή οι αναλογίες των υλικών είναι ίδιες με του σιμιγδαλένιου («ένα, δύο, τρία, τέσσερα»), ο τρόπος παρασκευής του όμως είναι διαφορετικός. Επειδή πωλείται σχεδόν πάντα στα πανηγύρια (παζάρι) της Θεσσαλίας, πήρε το όνομα πανηγυριώτικος ή παζαριώτικος Διατροφική Αξία
Ο χαλβάς (ο σουσαμένιος) διεκδικεί και τον τίτλο του πιο υγιεινού γλυκού και υπεύθυνη γι' αυτό είναι η πρώτη ύλη του, το ταχίνι. Εξαιρετικά πλούσιο σε βιταμίνη Ε (τη βιταμίνη της νιότης), αλλά και Β1, Β2, ασβέστιο, φώσφορο, σίδηρο και πολλά άλλα, έχει απίστευτες αντιγηραντικές ιδιότητες, μειώνει τα επίπεδα χοληστερίνης και συμβάλλει στη μακροζωία και στην καλή ποιότητα ζωής.
Από την άλλη μεριά ο χαλβάς είναι ιδιαίτερα παχυντικός. Μια μερίδα σιμιγδαλένιου χαλβά (δηλαδή περίπου 80 γραμμάρια) αποδίδει γύρω στις 300 θερμίδες. Ο νηστίσιμος στα 100 γραμμάρια αποδίδει 500 θερμίδες (λόγω του ότι το ταχίνι είναι αρκετά θερμιδογόνο) και ο χαλβάς Φαρσάλων λίγο λιγότερες. Συνεπώς συστήνεται η κατανάλωση του χαλβά να γίνεται με μέτρο κυρίως λόγω των θερμίδων και της ζάχαρης.
Στο κατάστημά μας την περίοδο της Σαρακοστής μπορείτε να βρείτε χαλβά και στις τρεις μορφές του. Παρασκευάζουμε με παραδοσιακό τρόπο και αγνά υλικά χαλβά σιμιγδαλένιο, ενώ έχουμε επιλέξει την καλύτερη ποιότητα χαλβά σουσαμένιου και Φαρσάλων από συνεργαζόμενα εργαστήρια.



